έχω

(I)
(ΑΜ ἔχω)
1. κρατώ κάτι στα χέρια μου, είμαι ο κάτοχος (κύριος, ιδιοκτήτης) ενός πράγματος («έχει σπίτια και κτήματα»)
2. (για προσωπική κράτηση) κρατώ, φυλάω («τόν έχουν μέσα» ή «τόν έχουν στη φυλακή»)
3. (για δήλωση συγγενικού δεσμού ή άλλης προσωπικής σχέσεως) (φρ). α) «έχει γυναίκα και παιδιά» — είναι οικογενειάρχης
β) «έχω μιαν αδελφή»
4. φιλοξενώ («έχουμε ξένους σήμερα»)
5. έχω κάτι ως προτέρημα ή ως ελάττωμα («λεβεντιά που τήν έχει!»)
6. προσέχω, στρέφω, διευθύνω τον νου ή τη σκέψη σε κάτι («πού έχεις τα μάτια σου;»)
7. νομίζω, θεωρώ, πιστεύω («τόν έχουν για τρελό»)
8. (με άρνηση) αγνοώ, δεν ξέρω («δεν έχω τί να πω»)
9. (με το να και υποτ.) οφείλω ή πρόκειται ή προτίθεμαι να πράξω ή να πάθω κάτι («έχω να γράψω»)
10. διαμένω κάπου για ορισμένο χρονικό διάστημα («έχει τρία χρόνια στην Αμερική»)
νεοελλ.
1. (για χρόνο) περιλαμβάνω («το έτος έχει δώδεκα μήνες»)
2. διανύω («ο μήνας έχει πέντε» — ο μήνας διανύει την πέμπτη ημέρα
3. είμαι, διάκειμαι, διατελώ («πώς έχεις;»)
4. (για νόσους με αιτ. τού ονόμ. τού νοσήματος)
πάσχω από κάτι, βρίσκομαι σε ορισμένη σωματική ή ψυχική κατάσταση («έχω πυρετό»)
5. (με αιτ. αφηρ. ουσ.) φρ. «έχω δύναμη» — δύναμαι, μπορώ
6. ο ενεστ., πρτ. και μέλλ. τού έχω ως βοηθητ. ρήματος, μαζί με το απαρμφ. ενεργ. και παθ. αορ. ή με τη μτχ. παθ. παρακμ. κάθε ρήματος, χρησιμεύουν στον περιφραστικό σχηματισμό τών συντελικών χρόνων (π.χ. έχω, είχα, θα έχω λύσει ή έχω, είχα, θα έχω λυμένο, έχω, είχα, θα έχω λυθεί κ.λπ.)
7. φρ. α) «τά έχω χαμένα» — είμαι σαστισμένος
β) «έχω τα χάλια μου» — βρίσκομαι σε κακή κατάσταση
γ) «έχω φλέβα» — έχω ταλέντο
δ) «τόν έχω τού χεριού μου» — τόν κάνω ό, τι θέλω, τόν σέρνω από τη μύτη
ε) «τόν έχω στο χέρι» — τόν ορίζω απολύτως, εξαρτάται απολύτως από μένα
στ) «τόν έχω καβάλα» — είμαι κυρίαρχός του, κάνει ό, τι τού λέω
ζ) «έχω το πρόσωπό μου καθαρό» ή «έχω τα χέρια καθαρά» — είμαι αθώος, έχω τη συνείδησή μου ήσυχη και καθαρή
η) «έχω το παιδί στ' ασκί» — εγκυμονώ, είμαι σε ενδιαφέρουσα κατάσταση
θ) «έχω τον τρόπο μου» — ευημερώ, έχω οικονομική άνεση
ι) «έχω τον διάβολο μέσα μου» — είμαι έξυπνος, είμαι παμπόνηρος
ια) «έχει τον γλωσσόκομπο» — είναι εχέμυθος
ιβ) «έχει το μάτι του καρέλι» — αγρυπνεί όλη τη νύκτα με ορθάνοιχτα μάτια
ιγ) «τόν έχω τής γούνας μου μανίκι» — τόν κάνω όπως θέλω, είναι αποκλειστικά δικός μου
ιδ) «έχω την ευεργετική μου» — κατακρίνομαι, επιπλήττομαι, κατσαδιάζομαι
ιε) «έχω σκοπιά» — φυλάω φρουρός
ιστ) «έχω τα φεγγάρια μου», ή «έχω τις παραξενιές μου» — είμαι ή γίνομαι ιδιότροπος
ιζ) «έχω τα μέσα» — διαθέτω οικονομικά ή πολιτικά μέσα
ιη) «έχω τα μάτια μου τέσσερα» — έχω την προσοχή μου εξαιρετικά ενταμένη
ιθ) «τά 'χω σωστά» ή «τά 'χω τετρακόσια»
(i) έχω σώσας τας φρένας
(ii) έχω πλήρη συνείδηση και συναίσθηση τού τί συμβαίνει
κ) «έχω ταινία» — είμαι λαίμαργος
κα) «τόν έχω στού κούκου το σημάδι» — τόν βλέπω με δυσπιστία, τον υποπτεύομαι
κβ) «τόν έχω στού διαβόλου το κατάστιχο» — έχω τη χειρίστη γνώμη γι' αυτόν
κγ) «έχω κατά νουν» ή «έχω στον νου» ή «έχω στα σκαριά» — σχεδιάζω, προτίθεμαι, σκοπεύω
κδ) «έχω στο μάτι κάτι» — τό εποφθαλμιώ, θέλω να τό κάνω δικό μου
κε) «τόν έχω στο μάτι»
(ι) δεν τον χωνεύω
(ιι) τόν κατατρέχω
κστ) «τόν έχω στην μπούκα τού κανονιού ή τού τουφεκιού» — τόν αντιμετωπίζω με υπερβολική εχθρότητα, είμαι έτοιμος να ξεσπάσω εναντίον του
κζ) «τόν έχω στην καρδιά μου» — τόν υπεραγαπώ
κη) «τά 'χω στενά» — συντηρούμαι με δυσκολία, στενοχωρούμαι οικονομικά
κθ) «τό έχω σε κακό» — τό θεωρώ κακό οιωνό
λ) «τό έχω σε καλό» — τό θεωρώ καλό οιωνό
λα) «τόν έχω περί πολλού» — τόν εκτιμώ πολύ
λβ) «έχει πέραση ακόμη» — είναι ωραίος ή ωραία ακόμη
λγ) «δεν έχει πια πέραση» — δεν ισχύει πλέον
λδ) «έχω να κάμω με...» — έχω αντιμέτωπο, αντιμετωπίζω
λε) «έχω μπάρμπα στην Κορώνη» — διαθέτω ισχυρά πολιτικά μέσα
λστ') «έχω μεσάνυχτα» — βρίσκομαι σε πλήρη άγνοια, δεν έχω ιδέα
λζ) «τά έχω με κάποιον» ή «τά έχω μαζί του»
(i) καταφέρομαι εναντίον κάποιου, τόν κατηγορώ
(ii) έχω ερωτικό δεσμό με κάποιον
λη) «τά έχω καλά μαζί του» — βρίσκομαι σε φιλικές σχέσεις μαζί του
λθ) «τά έχω κακά μαζί του» ή «τά 'χουμε χαλασμένα» — είμαστε μαλωμένοι, τσακωμένοι
μ) «τήν έχω άσχημα» — βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, διατρέχω κίνδυνο να βρω τον μπελά μου
μα) «τό 'χω καημό» — διακατέχομαι από ανεκπλήρωτο πόθο
μβ) «έχω θεωρία» — έχω εξωτερική εμφάνιση, φαντάζω
μγ) «έχει τα χρονάκια του» — δεν είναι τόσο μικρής ηλικίας, όσο φαίνεται
μδ) (με ονόματα που σημαίνουν χρονική περίοδο) «έχουμε άνοιξη ή χειμώνα ή Μάρτη κ.λπ.» — διανύουμε την περίοδο τής άνοιξης, τού χειμώνα, βρισκόμαστε στον μήνα Μάρτιο κ.λπ.
με) «έχω τρεχάματα» — τρέχω κατεπειγόντως για την εκτέλεση ενός έργου
μστ') «δὲν ἔχεται ἀληθείας ἢ ὑποστάσεως» — δεν είναι αλήθεια, είναι ανυπόστατο
νεοελλ.-μσν.
1. αξίζω, κοστίζω
2. (ως απρόσ.) έχει
υπάρχει κάτι («δεν έχει άλλο ψωμί»)
3. διανύω («έχει ώρα που έφυγε»)
4. διατηρώ, κατέχω («έχει ιατρείο»)
μσν.-αρχ.
γίνομαι κύριος, καταλαμβάνω, παίρνω («Τροίαν Ἀχαιοὶ τῆδ' ἔχουσ' ἐν ἡμερᾷ», Αισχύλ.)
αρχ.
1. βαστώ σφιχτά, κρατώ στα χέρια μου («σὺ μὲν αὐτὸς ἔχ' ἡνία», Ομ. Ιλ.)
2. παθ. ἔχομαι
συλλαμβάνομαι, πιάνομαι
3. συγκρατώ («οὐ γὰρ ἔτι σάρκας τε καὶ ὀστέα ἶνες ἔχουσιν», Ομ. Οδ.)
4. υποβαστάζω με τα χέρια μου ή με άλλον τρόπο, σηκώνω («Ἄτλας δ' οὐρανὸν εὐρὺν ἔχει..., κεφαλῇ τε καὶ ἀκαμάτῃσι χέρεσσι», Ησίοδ.)
5. (για όπλα ή ρούχα) φορώ («κυνέην κεφαλῇ ἔχε», Ομ. Οδ.)
6. είμαι έγκυος
7. κατακρατώ («ὅς οἱ χρήματα πολλά τελεσφόρον εἰς ἐνιαυτὸν εἶχε βίῃ», Ομ. Οδ.)
8. (για μέτρηση) φθάνω στο ποσό που δηλώνεται
9. (για μετρικές μονάδες) περιέχω, αξίζω («τὸ Δαμαρέτειον εἶχεν ἀττικὰς δραχμὰς δέκα», Διόδ.)
10. (με ρήματα κινήσεως και το αρσ. μτχ. ενεστ. έχων) φέρω μαζί μου («ἧκεν ἔχων τὸν πρεσβευτήν», Δημοσθ.)
11. αποκτώ, παίρνω («ἀπὸ τούτου ἔσχε τὸ ὄνομα», Πλάτ.)
12. κατοικώ («οἵ Ὄλυμπον ἔχουσιν», Ομ. Ιλ.)
13. (για θεούς ή ήρωες) είμαι προστάτης, πολιούχος («θεοὶ ὅσοι γῆν τὴν Πλαταιίδα ἔχετε καὶ ἥρωες», Θουκ.)
14. φροντίζω, περιποιούμαι («ἔχον πατρώια ἔργα», Ομ. Οδ.)
15. διευθύνω («διαιτητῶν ἐχόντων τὰς δίκας» — τών διαιτητών οι οποίοι διευθύνουν τις δίκες, Δημοσθ.)
16. περικλείω, περιλαμβάνω («τοσαῡτα θηρία... ἡ γῆ ἔχει», Ηρόδ.)
17. μαθημ. περιέχω, περιλαμβάνω («ὁ κύκλος ἔχων τὸ πολύγωνον» — ο κύκλος ο οποίος περιέχει εγγεγραμμένο πολύγωνο, Αρχιμ.)
18. (για συγγραφή) διαλαμβάνω, πραγματεύομαι («βιβλία γραψάμενος πολλὰ καὶ περὶ πολλῶν ἔχοντα πρηγμάτων», Ηρόδ.)
19. κατακαλύπτω, περιβάλλω («τοὺς δ' ἄκρατος ἔχει νύξ», Αισχύλ.)
20. (για αμυντικά όπλα ή πρόσωπα) προστατεύω, υπερασπίζω
21. στρέφω κάτι προς ορισμένη κατεύθυνση
22. (για μεταφορικό μέσο) οδηγώ, κατευθύνω («πεδίονδ' ἔχον ὠκέας ἵππους», Ομ. Ιλ.)
23. κινώ, προχωρώ, διευθύνομαι («Πύλονδ' ἔχον», Ομ. Οδ.)
24. (για πλοία) προσορμίζομαι, αράζω
25. απευθύνω, στρέφω κάτι εναντίον κάποιου («στυγερὰν ἔχε δύσποτμον ἀρὰν ἐπ' ἄλλοις», Σοφ.)
26. αποκρούω, αναχαιτίζω, σταματώ, συγκρατώ
27. αποτρέπω, αναστέλλω
28. (για ψυχικές ή σωματικές εκδηλώσεις) βαστώ, κρατώ, συγκρατώ («ἔχε σιγῇ μῡθον», Ομ. Οδ.)
30. παθ. ιατρ. υφίσταμαι επίσχεση, σταματώ («οὖρα σχεθέντα», Αρετ.)
31. παθ. α) κατέχομαι, κυριεύομαι, υποφέρω από σωματικό ή ψυχικό πάθος («κωκυτῷ τ' εἴχοντο καὶ οἰμωγῇ», Ομ. Ιλ.)
β) βρίσκομαι σε κάποια κατάσταση ή κατέχομαι από κάτι («ἐν ἀπόρῳ εἴχοντο», Θουκ.)
32. είμαι έμπειρος, γνωρίζω καλά («τέχνην δὲ κακὴν ἔχει», Ησίοδ.)
33. αντιλαμβάνομαι, μαθαίνω, καταλαβαίνω («ἔχεις τι;» — κατάλαβες τίποτα; Αριστοφ.)
34. (προστ. ενεστ.) ἔχε
α) πρόσεχε να μάθεις
β) στάσου («ἔχε δὴ καλῶς γὰρ λέγεις», Πλάτ.)
35. (για σώματα ή όργανα που παράγουν ήχο) εκπέμπω, παράγω («καναχὴν ἔχε», Ομ. Ιλ.)
36. επιφέρω, προξενώ («κακεῑ τά γ' αἰσχρὰ κἀνθάδ' αἰσχύνην ἔχει», Ευρ.)
37. δίνω αφορμή
38. διεγείρω («ὑπολειπόμενοι τών πολιτών ἔλεον εἶχον», Πλούτ.)
39. βρίσκομαι στη δεξιά ή στην αριστερή πλευρά κάποιου («αὐτὴν ἐπ' ἀριστέρ' ἔχοντες», Ομ. Οδ.)
40. είμαι σε θέση, έχω τα μέσα να κάνω κάτι («κοὐδὲν ἀντειπεῑν ἔχω», Αισχύλ.)
41. είμαι, βρίσκομαι («εἶχε κατ' οἴκους», Ηρόδ.)
42. συνίσταμαι, αποτελούμαι
43. βρίσκομαι σε μια κατάσταση («κἄν μὲν Αἰσχύλος κρατῇ ἕξειν κατὰ χώραν», Αριστοφ.)
44. μένω μακριά από κάτι, απέχω από κάτι («Ἑλληνικοῡ μὲν πολέμου ἔσχον oἱ Ἀθηναῑοι», Θουκ.)
45. ασχολούμαι με κάτι («ὅπως οἱ πολέμιοι ἀμφὶ ταῡτα ἔχοιεν», Ξεν.)
46. (με τροπ. επίρρ. που εξηγείται με το είναι και το ανάλογο επίθετο) φρ. α) «αναγκαίως έχει» — είναι αναγκαίο
β) «ασφαλέως έχον» — το ασφαλές
47. (για δρόμο) οδηγώ σε ένα σημείο («τὰς ὁδούς... τὰς ἐπὶ τὸν ποταμὸν ἐχούσας», Ηρόδ.)
48. (για διήγηση) αναφέρομαι («τὰ ἐς Ἡσίοδόν τε καὶ Ὅμηρον ἔχοντα ἐγὼ λέγω», Ηρόδ.)
49. έχω εχθρικές διαθέσεις για κάποιον
50. τρέπομαι σε κάτι
51. με μτχ. αορ. ή παρακμ. άλλου ρήματος, που διατηρεί την κύρια σημασία του, σχηματίζει περιφραστικό παρακμ. ως βοηθητικό ρήμα (α. «κρύψαντες γὰρ ἔχουσι θεοί» — τόν κρατούν κρυμμένο, Ησίοδε β. «πολλά χρήματα ἔχομεν ἀνηρπακότες», Ξεν.)
52. (η μτχ. με ενεστ. έχων) πλεοναστικά υποδηλώνει την έννοια διαρκούς κατάστασης (α. «τὶ κυπτάζεις ἔχων περὶ τὴν θύραν;» — γιατί εξακολουθείς να σκύβεις, Αριστοφ.
β. «φλυαρεῑς ἔχων» — εσύ διαρκώς φλυαρείς, Πλάτ.)
53. μέσ. ἔχομαι
α) κρατώ για τον εαυτό μου
β) κρατιέμαι, βαστιέμαι («ἐχόμην ὡς νυκτερίς», Ομ. Οδ)
γ) επιχειρώ κάτι με ζήλο («τῆσδε τῆς μάχης πέρι, ἧς νῡν ἔχονται», Σοφ.)
δ) ασχολούμαι
ε) προσηλώνομαι σε κάτι σταθερά («τῆς γνώμης... ἀεὶ τῆς αὐτῆς ἔχομαι», Θουκ.)
στ) επιδιώκω τη συντροφιά κάποιου
ζ) απολαύω, ωφελούμαι («βιοτᾱς εὔπαιδος ἐχοίμαν», Ευρ.)
η) στηρίζομαι, βασίζομαι κάπου
θ) προβάλλω αξιώσεις
ι) (για στρατιωτική παράταξη) ακολουθώ αμέσως μετά («πρόξενος δὲ ἐχόμενος, οἱ δὲ ἄλλοι μετὰ τοῡτον», Ξεν.)
ια) (για χώρα ή λαό) συνορεύω («ἐχόμενοι τούτοις εἰσὶν οἱ Ὑλοφάγοι», Διόδ.)
ιβ) βρίσκομαι κοντά σε κάτι ή σε κάποιον
ιγ) (για χρονικά όρια ή για συλλογισμούς) ακολουθώ
ιδ) συνδέομαι με κάτι
54. έχω σχέση με κάτι, αναφέρομαι, αφορώ σε κάτι
55. παθ. α) εξαρτώμαι («σέο δ' ἕξεται, ὅττι κεν ἄρχη», Ομ. Ιλ.)
β) συνάπτομαι ετυμολογικά («τὸ θύειν τοῡ θυμιᾱν εἴχετο», Πορφ.)
56. μέσ. α) κρατώ τη θέση μου, αντέχω («ἔχεο κρατερῶς», Ομ. Ιλ.)
β) αποκρούω, αναχαιτίζω
γ) μένω μακριά από κάτι («οἱ δ' ἔσχοντο μάχης», Ομ. Ιλ.)
δ) κρατώ κάτι μακριά από κάποιον
ε) ανακόπτομαι, σταματώ («θαλερὴ δὲ οἱ ἔσχετο φωνή» — τού κόπηκε η δυνατή φωνή
στ) ανέχομαι («ἄθαπτον ἐσχόμην νέκυν», Σοφ.)
57. φρ. α) «ὁ ἔχων» — ο πλούσιος, «ὁ μὴ ἔχων» — ο φτωχός
β) «ἔχω φυλακήν» ή «ἔχω σκοπιάν» — είμαι σκοπός, φυλάω
γ) «ἔχω αἰτίαν» — ενοχοποιούμαι, κατηγορούμαι
δ) «τό [γε] νῡν ἔχον» — προς το παρόν, όπως έχουν τώρα τα πράγματα
ε) «οἱ ἐχόμενοι» — οι λαοί που κατοικούν κοντά, οι λαοί που συνορεύουν
58. περιφραστικά, με κάθε αφηρημ. ιδίως ουσιαστ. σε αιτ. ή εμπρόθετο, το ἔχω σχηματίζει μία έννοια (α. «τέλος ἔχω» — τελειώνω
β. «μάχην ἔχω» — μάχομαι
γ. «παρουσίαν ἔχω
πάρειμι, είμαι παρών
δ. «ἡσυχίαν ἔχω» — ησυχάζω
ε. «ἐν ὀρρωδίᾳ ἔχω» — ορρωδώ, φοβούμαι
στ. «χρείαν ἔχω» — έχω ανάγκη, χρειάζομαι κ.ά.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < hέχω, με ανομοίωση τών δασέων
ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *segh- «κρατώ στερεά, νικώ» και αντιστοιχεί ακριβώς με αρχ. ινδ. satiate «κατανικά», ενώ η μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας εμφανίζεται στους τ. τού αορίστου -σχ-ον, τών συντελικών χρόνων, -σχ-ηκα, -σχ-ήκειν, καθώς επίσης και στον Ομ. ιων.-αττ. τ. ἴσχω, παράλληλο τού έχω, < *-σχ-ω, με ανομοίωση τών δασέων, < *σι-σχ-ω, όπου το *σι- είναι ενεστωτικός αναδιπλασιασμός (πρβλ. τί-θη-μι), Ο δε Μέλλων ἕξω < *hέκ-σω < *hεχ-σω, με αποδάσυνση τού -χ- (κh>κ) προ τού -σ- (πρβλ. ὀρύξω < *ορύχ-σω). Το ρ. έχω παράγει πολλούς τ. που εμφανίζουν απαθή (πρβλ. εχ-έτης), ετεροιωμένη (πρβλ. οχ-ός) ή μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας (πρβλ. σχ-έσις, σχ-ήμα), ενώ ως α' σύνθ. το έχω απαντά με τη μορφή εχε-*. Ως β' συνθετ. το ρ. εμφανίζεται με αρκετές μορφές: α) -εχής, με την απαθή βαθμίδα (πρβλ. περιεχής, προσεχής, συνεχής)
β) -οχος, με την ετεροιωμένη βαθμίδα (πρβλ. ένοχος, έξοχος, πάροχος)
γ) -ουχος < -οοχος, με συναίρεση (πρβλ. κληρούχος, πολιούχος, πτυχιούχος, ραβδούχος, ταλαντούχος, τροπαιούχος)
δ) -σχετος, με τη μηδενισμένη βαθμίδα (πρβλ. ακατάσχετος, ανεπίσχετος, άσχετος). Το ρ. έχω, που είναι γνωστό ήδη στη μυκηναϊκή, πρβλ. e-ke «έχει», έχει αρχική σημασία «κατέχω, κρατώ», η οποία αντιτίθεται προς τη σημασία «ανήκω, είμαι κτήμα κάποιου» και από την οποία προήλθαν μερικές ρηματ. εκφράσεις με αμτβ. σημασία: εὖ ἔχειν (βλ. εὐωχῶ), ἄλγεα ἔχειν. Στη ΝΕ το ρ. έχω χρησιμοποιείται ως βοηθητικό για τον σχηματισμό τών περιφραστικών χρόνων (πρβλ. είμαι). Στους χρόνους τής Κοινής, χρόνος, έγκλιση και ποιόν ενεργείας αρχίζουν να δηλώνονται περιφραστικά. Έτσι ο μέλλων, στον οποίο η αρχ. Ελλην. δεν διέκρινε το στιγμιαίο από το διαρκές ποιόν ενεργείας (π.χ. γράψω σήμαινε τόσο «θα γράψω» όσο και «θα γράφω»), στην πρώιμη μσν. περίοδο εκφερόταν, μεταξύ άλλων, και με το ρ. έχω (ἕξομαι) + απρμφ. αορ. Στους όψιμους δε μσν. χρόνους το ρ. έχω / είχον + μτχ. ενεργ. αορ. / μτχ. παθ. πρκμ. (π.χ. έχω / είχον ποιήσας, έχω / είχον πεποιημένον) δήλωνε τον πρκμ. και τον υπερσυντ. αντιστοίχως. Τους ίδιους χρόνους στην ενεργ. φωνή δήλωνε και το έχω / είχον + απρμφ. αορ., το οποίο στην Αρχαία Ελληνική εξέφραζε τη δυνατότητα κάποιου, π.χ. κοὐδέν ἀντειπεῖν ἔχω «και δεν μπορώ να φέρω καμιά αντίρρηση», ἀλλ' ἔχει ὁΘεός βοηθῆσαι «αλλά μπορεί ο Θεός να βοηθήσει» (πρβλ. τη νεώτερη έκφραση έχει οΘεός). Στη ΝΕ το ρ. έχω σε συνδυασμό με να + υποτακτική μπορεί να εκφράζει
α) υποχρέωση (πρέπει), π.χ. έχω να μελετήσω
β) μεγάλη εντύπωση που δημιούργησε μια συμπεριφορά ή ένα γεγονός σε κάποιον, π.χ. Μού φέρθηκε τόσο άσχημα που έχω να τό λέω
και γ) μπορεί να ισοδυναμεί με πρκμ. σε αποφατικές προτάσεις, πχ. Έχω να τόν δω τρεις μήνες «δεν τόν έχω δει εδώ και τρεις μήνες». Όπως το ρ. είμαι* έτσι και το έχω στη ΝΕ κατατάσσεται στα ελλιπή ρήματα, καθώς δεν σχηματίζει δικούς του συντελικούς χρόνους ούτε αόριστο, ο οποίος δηλώνεται και εκφέρεται με τον πρτ. είχα
π.χ. Όλες αυτές τις μέρες είχα πολλή δουλειά (πρτ.), Χτες είχα μια συνάντηση (αόρ.). Ο αρχ. αόρ. έσχον δεν έχει επιβιώσει παρά μόνο σπάνια σε ορισμένα σύνθετα τού ρ. Στη μέση δε φωνή το ρ. απαντά μόνο εν συνθέσει.
ΠΑΡ. σχεδόν, σχέση, σχήμα
αρχ.
εχέτης, εχέτλη, έχης, έχησις, έχμα, εχμάζω, όχανον, οχεύς, οχή, οχός, σχέδην.
ΣΥΝΘ. (Για τα σύνθ
με Α' συνθετικό βλ. εχε-)
(Β' συνθετικό) αντέχω, αντιπαρέχω, απέχω, διακατέχω, εμπεριέχω, ενέχω, εξέχω, κατέχω, μετέχω, παρέχω, περιέχω, προεξέχω, προέχω, προσέχω, συμμετέχω, συμπεριέχω, συνέχω, υπέχω
αρχ.
αμπέχω, αμφέχω, ανέχω, αντανέχω, ανταπέχω, αντικατέχω, αντιμετέχω, αποκατέχω, διέχω, εγκατέχω, εισανέχω, εμπαρέχω, εξανέχω, επαμπέχω, επανέχω, επιδιακατέχω, επικατέχω, επισυνέχω, καταμπέχω, παρακατέχω, παραμπέχω, παρεπέχω, πεδέχω, περιαμπέχω, περικατέχω, προανέχω, προαπέχω, προδιακατέχω, προπαρέχω, προσαμπέχω, προσανέχω, προσαντέχω, προσαπέχω, προσεπέχω, προσκατέχω, προσυπέχω, συμπαρέχω, συναμπέχω, συνανέχω, συναπέχω, συνεπέχω, υπαμπέχω, υπανέχω, υπεξέχω, υπεραμπέχω, υπερανέχω, υπερεξέχω, υποκατέχω
νεοελλ.
απαντέχω, ξαναέχω, παραέχω, παραπροσέχω, πολυπροσέχω, υπερέχω].
————————
(II)
ἔχω (Α)
1. φέρω, μεταφέρω, κομίζω
2. φέρω κάτι ως αφιέρωμα, ανάθημα («ἔFεξε» — έφερε ως αφιέρωμα, κυπρ. επιγρ.)
3. υποφέρω, υπομένω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *wegh- «κινώ, σύρω». Παρουσιάζει στενή συγγένεια τύπων με άλλες ΙΕ γλώσσες. Το γ' εν. τής οριστ. ενεστ. έχει, λ.χ., ανάγεται σε ΙΕ τ. *wegheti και αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ. vahati, το αβεστ. vazaiti και το λατ. vehit, όλα με τη σημασία «μεταφέρει». Ο μαρτυρούμενος κυπρ. αόρ. έFεξε αντιστοιχεί στον λατ. vēxi και στον αρχ. ινδ. qvāksam που διασώζουν επί πλέον την εκτεταμένη βαθμίδα που χάθηκε στην Ελληνική. Η μαρτυρούμενη παμφυλ. προστακτική Fεχέτω αντιστοιχεί στη λατ. vehitō. ΠΑΡ.: οχέω, όχλος (;), όχος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἔχω — check pres subj act 1st sg ἔχω check pres ind act 1st sg χόω throw imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έχω — βλ. πίν. 154 (και ως απρόσ. έχει) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • έχω — πρτ. είχα 1. κρατώ στα χέρια μου: Μην πλησιάζεις, έχω μαχαίρι. 2. διαθέτω, είμαι κάτοχος, ιδιοκτήτης: Έχω σπίτια. 3. σχετίζομαι, συγγενεύω, συνδέομαι: Έχω αδέρφια. 4. μτφ., αξίζω, κοστίζω: Πόσο έχουν οι ντομάτες; 5. θεωρώ, νομίζω: Τον είχα για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • έχω — [эхо] р. иметь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Οὐκ ἔχω πῶς ἐπαινέσω, ψέγειν δ’οὐ βούλομαι. — См. Чего хвалить не умеешь, того не хули …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • 'χω — ἔχω , ἔχω check pres subj act 1st sg ἔχω , ἔχω check pres ind act 1st sg ἔχω , χόω throw imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅχω — ἔχω , ἔχω check pres subj act 1st sg ἔχω , ἔχω check pres ind act 1st sg ἔχω , χόω throw imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχόν — ἔχω check aor part act masc voc sg ἔχω check aor part act neut nom/voc/acc sg ἔχω check aor ind act 3rd pl (homeric ionic) ἔχω check aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχετον — ἔχω check pres imperat act 2nd dual ἔχω check pres ind act 3rd dual ἔχω check pres ind act 2nd dual ἔχω check imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχον — ἔχω check pres part act masc voc sg ἔχω check pres part act neut nom/voc/acc sg ἔχω check imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἔχω check imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.